Αλήθεια, εμπιστοσύνη και ευθύνη: όταν το σπίτι και το σχολείο ακούνε διαφορετικές αφηγήσεις
Ένα από τα πιο ευαίσθητα ζητήματα στη σχέση σχολείου και οικογένειας εμφανίζεται όταν συμβαίνει ένα περιστατικό στο σχολείο και το παιδί το μεταφέρει στο σπίτι με τη δική του εκδοχή. Πολύ συχνά, οι γονείς, από αγάπη, αγωνία και ανάγκη προστασίας, τείνουν να αποδέχονται όσα ακούνε από το παιδί τους, ως τη μόνη και πλήρη αλήθεια. Από την άλλη πλευρά, οι εκπαιδευτικοί καλούνται να διαχειριστούν το ίδιο περιστατικό μέσα από τη δική τους εμπειρία και ευθύνη. Όταν οι δύο αυτές αφηγήσεις δεν συμπίπτουν, δημιουργούνται εύκολα αμφισβήτηση, ένταση και δυσκολία στην επικοινωνία.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, όμως, ούτε οι γονείς θέλουν να αδικήσουν το σχολείο ούτε οι εκπαιδευτικοί θέλουν να αμφισβητήσουν το παιδί. Και οι δύο πλευρές προσπαθούν, με τον δικό τους τρόπο, να το προστατεύσουν. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η συζήτηση μετατοπίζεται από το ερώτημα «τι θα βοηθήσει το παιδί;» στο ερώτημα «ποιος έχει δίκιο;». Εκεί χάνεται το ουσιαστικό.
Στην πράξη, το φαινόμενο αυτό είναι πολύ συνηθισμένο. Ένα παιδί μπορεί να επιστρέψει στο σπίτι και να πει:
«Με μάλωσαν χωρίς λόγο.»
«Ο καθηγητής με έχει βάλει στο μάτι.»
«Δεν έκανα τίποτα και με τιμώρησαν.»
Ο γονέας, ακούγοντας το παιδί του στενοχωρημένο ή θυμωμένο, αντιδρά εύλογα συναισθηματικά. Μπορεί να νιώσει ότι το παιδί του αδικείται ή ότι δεν ακούστηκε. Έτσι, όταν έρχεται στο σχολείο, ξεκινά συχνά τη συζήτηση από μια θέση βεβαιότητας:
«Το παιδί μου δεν λέει ψέματα.»
«Αποκλείεται να έγιναν έτσι τα πράγματα.»
Από την άλλη, ο εκπαιδευτικός μπορεί να νιώσει ότι αμφισβητείται η κρίση του, η επαγγελματική του ευθύνη ή ακόμη και η εντιμότητά του. Και πολύ γρήγορα η προσοχή μετατοπίζεται από το ίδιο το περιστατικό στην αντιπαράθεση μεταξύ ενηλίκων.
Ένα τυπικό παράδειγμα θα μπορούσε να είναι το εξής: ένας μαθητής διακόπτει επανειλημμένα το μάθημα, δέχεται παρατηρήσεις και τελικά καλείται να βγει για λίγο από την αίθουσα. Στο σπίτι αφηγείται μόνο το τελευταίο μέρος του γεγονότος:
«Με έβγαλαν έξω χωρίς λόγο.»
Ο γονέας έρχεται στο σχολείο και λέει:
«Το παιδί μου μου είπε ότι δεν μιλούσε καθόλου. Γιατί το τιμωρήσατε;»
Ο εκπαιδευτικός απαντά:
«Είχαν προηγηθεί επανειλημμένες διακοπές και τρεις συστάσεις.»
Αν σε εκείνο το σημείο ο γονέας επιμείνει:
«Εγώ πιστεύω το παιδί μου»,
και ο εκπαιδευτικός απαντήσει αμυντικά:
«Τότε δεν έχει νόημα να συζητάμε»,
η σχέση έχει ήδη επιβαρυνθεί.
Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου το παιδί δεν λέει ακριβώς ψέματα, αλλά μεταφέρει κυρίως το βίωμά του. Ένα παιδί μπορεί να πει:
«Ο καθηγητής μου μίλησε άσχημα.»
Στην πραγματικότητα, ίσως ο εκπαιδευτικός να του έκανε μια αυστηρή παρατήρηση μπροστά στην τάξη. Το γεγονός μπορεί να είναι διαφορετικό από το πώς το βίωσε το παιδί, αλλά το συναίσθημά του παραμένει αληθινό. Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή: άλλο πράγμα είναι η περιγραφή του γεγονότος και άλλο η συναισθηματική εμπειρία που άφησε πίσω του.
Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι τα παιδιά δεν λένε πάντα συνειδητά ψέματα. Συχνά αφηγούνται τα γεγονότα μέσα από αυτό που ένιωσαν. Μπορεί να παραλείψουν στοιχεία που τα εκθέτουν, να δώσουν περισσότερο βάρος σε εκείνα που τα αδικούν ή να θυμούνται πιο έντονα τη στιγμή όπου ένιωσαν ντροπή, θυμό ή αμηχανία. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να τα θεωρούμε αναξιόπιστα. Σημαίνει όμως ότι χρειάζεται να αντιμετωπίζουμε την αφήγησή τους ως μία πλευρά της πραγματικότητας και όχι πάντοτε ως ολόκληρη την εικόνα.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η δυσκολία δεν περιορίζεται μόνο στη διαφορετική αφήγηση ενός παιδιού, αλλά επεκτείνεται και στη στάση της ομάδας των συνομηλίκων. Δεν είναι ασυνήθιστο ένας μαθητής να αναζητά την επιβεβαίωση συμμαθητών ή φίλων, ώστε να ενισχύσει τη δική του εκδοχή ενός περιστατικού. Οι συμμαθητές αυτοί μπορεί να στηρίξουν την ίδια αφήγηση όχι απαραίτητα επειδή επιθυμούν συνειδητά να πουν κάτι αναληθές, αλλά επειδή λειτουργούν μέσα από τη φιλία, την ομαδική πίεση, την αντίδραση απέναντι σε έναν εκπαιδευτικό ή τη συμμετοχή σε μια κατάσταση έντασης και αναστάτωσης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη και χρειάζεται μεγαλύτερη ψυχραιμία από όλους τους ενήλικες, ώστε να μη δημιουργούνται “στρατόπεδα”, αλλά να φωτίζονται με προσοχή τα πραγματικά δεδομένα.
Το ίδιο ισχύει και για τους ενήλικες. Ο γονέας δεν υπερασπίζεται μόνο μια πληροφορία· υπερασπίζεται το παιδί του. Και πολλές φορές, μέσα από αυτό, υπερασπίζεται και την εικόνα που έχει ο ίδιος για το παιδί του. Αυτή η στάση είναι βαθιά ανθρώπινη. Χρειάζεται όμως προσοχή, γιατί όταν η υπεράσπιση γίνεται άκριτη, το παιδί μπορεί να λάβει το μήνυμα ότι δεν χρειάζεται να δει τον δικό του ρόλο σε ένα περιστατικό, αφού κάποιος άλλος θα αμφισβητήσει στη θέση του κάθε συνέπεια.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, βοηθά να θυμόμαστε κάτι βασικό: δεν έχει τόσο σημασία ποια οπτική θα επικρατήσει, όσο το αν η στάση όλων μας θα βοηθήσει το παιδί να συνεχίσει την πορεία του μέσα στο σχολείο με ασφάλεια, υπευθυνότητα και δυνατότητα μάθησης. Το ζητούμενο δεν είναι να “κερδίσει” η μία πλευρά, αλλά να διατηρηθεί η σχέση εμπιστοσύνης που επιτρέπει στην εκπαιδευτική διαδικασία να συνεχίζεται.
Γι’ αυτό, η πιο χρήσιμη στάση δεν είναι η απόλυτη βεβαιότητα, αλλά η διάθεση διερεύνησης. Για παράδειγμα, αντί ένας γονέας να πει:
«Το παιδί μου δεν θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο»,
θα μπορούσε να πει:
«Αυτό μου μετέφερε το παιδί μου. Θα ήθελα να ακούσω και τη δική σας εικόνα, για να καταλάβω καλύτερα τι έγινε.»
Αντίστοιχα, αντί ένας εκπαιδευτικός να πει:
«Το παιδί σας είπε ψέματα»,
θα ήταν προτιμότερο να πει:
«Ίσως δεν σας μεταφέρθηκαν όλα τα στοιχεία του περιστατικού. Ας τα δούμε μαζί με ηρεμία.»
Με αυτόν τον τρόπο, και οι δύο πλευρές αποφεύγουν τη σύγκρουση γύρω από την αξιοπιστία και μετακινούνται σε μια πιο ώριμη, συνεργατική συζήτηση.
Στην καθημερινή πράξη, μπορούν να βοηθήσουν ορισμένες απλές αλλά ουσιαστικές πρακτικές.
Για τους γονείς
Όταν το παιδί επιστρέφει στο σπίτι με ένα περιστατικό από το σχολείο, είναι χρήσιμο:
- να ακούγεται με προσοχή και χωρίς διακοπές,
- να μην υιοθετείται άμεσα οριστική θέση,
- να τίθενται ερωτήσεις όπως:
- «Τι έγινε πριν από αυτό;»
- «Εσύ πώς αντέδρασες;»
- «Υπάρχει κάτι που ίσως σε δυσκολεύει να μου πεις;»
- να γίνεται σαφές στο παιδί ότι η αναζήτηση της πλήρους εικόνας δεν είναι μορφή αμφισβήτησης, αλλά στάση ευθύνης.
Μια πολύ χρήσιμη φράση θα μπορούσε να είναι:
«Σε ακούω και θέλω να καταλάβω πώς το έζησες. Ταυτόχρονα, θέλω να μάθω και την εικόνα του σχολείου, για να δούμε τι θα σε βοηθήσει πραγματικά.»
Για τους εκπαιδευτικούς και το σχολείο
Από την πλευρά του σχολείου, βοηθά:
- να περιγράφονται τα γεγονότα συγκεκριμένα και όχι γενικά,
- να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί για το παιδί,
- να δίνεται έμφαση στη συμπεριφορά και όχι στην προσωπικότητα,
- να αναγνωρίζεται εξαρχής η συναισθηματική δυσκολία του γονέα.
Ένας πιο συνεργατικός τρόπος έναρξης της συζήτησης είναι:
«Καταλαβαίνω ότι σας ανησυχεί πολύ αυτό που ακούσατε. Ας δούμε μαζί τι ακριβώς συνέβη, ώστε να στηρίξουμε σωστά το παιδί και να συνεχίσει ομαλά η εκπαιδευτική του πορεία.»
Αυτή η γλώσσα μειώνει την άμυνα και επιτρέπει να μείνει ανοιχτός ο δίαυλος επικοινωνίας.
Όταν προκύπτει μια διαφωνία για ένα περιστατικό, βοηθά να ακολουθούμε τρία απλά βήματα: α) πρώτα ακούμε με προσοχή το παιδί, χωρίς να βιαστούμε να καταλήξουμε, β) έπειτα επικοινωνούμε με το σχολείο, ώστε να ακούσουμε και τη δεύτερη πλευρά, και γ) αναζητούμε μαζί ποια στάση θα βοηθήσει περισσότερο το παιδί να καταλάβει τι συνέβη, να αναλάβει την ευθύνη που του αναλογεί και να συνεχίσει τη σχολική του διαδρομή με μεγαλύτερη ωριμότητα και εμπιστοσύνη.
Ένας ακόμη ουσιαστικός τρόπος συνεργασίας είναι να συμφωνηθεί ένα κοινό πλαίσιο: ότι ούτε το σπίτι ούτε το σχολείο λειτουργούν ως “στρατόπεδο” απέναντι στο άλλο. Όταν το παιδί αντιληφθεί ότι οι ενήλικες ανταγωνίζονται για το ποια εκδοχή θα επικρατήσει, εύκολα παγιδεύεται σε έναν ρόλο όπου δεν χρειάζεται να δει καθαρά το δικό του μερίδιο ευθύνης. Όταν όμως βλέπει ότι οι ενήλικες συνομιλούν με σεβασμό, ψυχραιμία και κοινό προσανατολισμό, τότε μαθαίνει ότι τα λάθη μπορούν να συζητηθούν, να διορθωθούν και να μην ακυρώσουν ούτε τη σχέση ούτε τη μαθησιακή του πορεία.
Ίσως αυτό είναι και το πιο σημαντικό παιδαγωγικό μήνυμα: ότι το παιδί δεν έχει ανάγκη από ενήλικες που θα το δικαιώνουν πάντοτε, αλλά από ενήλικες που θα το βοηθούν να ωριμάζει μέσα στην αλήθεια, στην ευθύνη και στη συνέχεια της προσπάθειας. Η εκπαιδευτική διαδικασία δεν μπορεί να προχωρήσει όταν οι ενήλικες αλληλοακυρώνονται. Μπορεί όμως να συνεχιστεί γόνιμα όταν οι ενήλικες συνεργάζονται, ακόμη και μέσα στη διαφωνία.
Το σχολείο και η οικογένεια έχουν κοινό σκοπό. Δεν είναι να αποδειχθεί ποιος είχε δίκιο σε ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά να βοηθηθεί το παιδί να μάθει να λέει την αλήθεια, να αντέχει την αλήθεια, να αναλαμβάνει ευθύνη και να παραμένει ενεργό μέλος μιας εκπαιδευτικής κοινότητας που το στηρίζει. Αυτή η πορεία δεν είναι πάντα εύκολη. Είναι όμως μια από τις πιο ουσιαστικές μορφές αγωγής που μπορούμε να του προσφέρουμε.
Κείμενο από τον Διευθυντή του Σχολείου, Παναγιώτη Κ. Στασινάκη
