Τι άλλο μαθαίνουν τα παιδιά στο σχολείο, πέρα από τα μαθήματα;

Με την έναρξη μιας νέας σχολικής χρονιάς, η σκέψη όλων πηγαίνει συνήθως στα μαθήματα, στο πρόγραμμα, στα βιβλία, στις εξετάσεις και στους βαθμούς. Όλα αυτά είναι ασφαλώς σημαντικά. Το σχολείο, όμως, δεν είναι μόνο ο χώρος όπου το παιδί αποκτά γνώσεις. Είναι και ένας καθημερινός κοινωνικός χώρος, μέσα στον οποίο μαθαίνει να συνυπάρχει, να συνεργάζεται, να διαχειρίζεται διαφωνίες, να αποδέχεται όρια και να αντιμετωπίζει καταστάσεις που δεν είναι πάντα εύκολες ή ευχάριστες.

Στο σχολείο το παιδί καλείται να λειτουργήσει μέσα σε μια κοινότητα ανθρώπων που δεν έχει επιλέξει. Θα συναντήσει συμμαθητές/τριες με διαφορετικό χαρακτήρα, απόψεις και συνήθειες. Θα συνεργαστεί με άτομα που ίσως δεν θα επέλεγε για φίλους. Θα ακούσει παρατηρήσεις που δεν του αρέσουν, θα δεχθεί έναν βαθμό που θεωρεί χαμηλό, θα χρειαστεί να περιμένει τη σειρά του, να ακολουθήσει κανόνες και να αποδεχθεί ότι δεν μπορούν όλες οι καταστάσεις να προσαρμοστούν στις δικές του επιθυμίες. Όλα αυτά δεν βρίσκονται στα σχολικά βιβλία, αποτελούν όμως ένα ουσιαστικό μέρος της εκπαίδευσής του.

Μερικές φορές, όταν ένα παιδί μάς μεταφέρει μια δυσκολία από το σχολείο, η πρώτη μας παρόρμηση ως ενήλικες είναι να προσπαθήσουμε να την εξαφανίσουμε. Ένα παιδί μπορεί να πει: «Δεν μου αρέσει ο/η καθηγητής/τρια μου», «Δεν θέλω να κάθομαι δίπλα σε αυτόν τον συμμαθητή», «Με έβαλαν σε ομάδα με παιδιά που δεν θέλω» ή «Δεν μου έβαλαν τον βαθμό που περίμενα». Η δυσφορία του παιδιού είναι πραγματική και χρειάζεται να ακούγεται. Δεν σημαίνει όμως ότι κάθε δυσάρεστη εμπειρία είναι και μια κατάσταση από την οποία πρέπει αμέσως να το απαλλάξουμε.

Εδώ υπάρχει μια σημαντική διάκριση. Άλλο είναι μια πραγματική αδικία, μια προσβλητική συμπεριφορά ή μια κατάσταση που απειλεί την ασφάλεια και την αξιοπρέπεια ενός μαθητή, και άλλο μια φυσιολογική δυσκολία της σχολικής ζωής. Στην πρώτη περίπτωση, η παρέμβαση των ενηλίκων είναι απαραίτητη. Στη δεύτερη, ίσως το πιο χρήσιμο που μπορούμε να κάνουμε είναι να βοηθήσουμε το παιδί να βρει τρόπους να αντιμετωπίσει τη δυσκολία μόνο του, γνωρίζοντας ότι είμαστε δίπλα του.

Ένα απλό παράδειγμα μπορεί να δείξει τη διαφορά:

Παιδί: «Δεν θέλω να κάνω την εργασία με αυτή την ομάδα. Δεν ταιριάζω καθόλου μαζί τους.»
Γονέας: «Καταλαβαίνω ότι δεν σου είναι εύκολο. Τι εκτιμάς ότι θα μπορούσες να κάνεις ώστε να συνεργαστείτε για αυτή την εργασία;»
Παιδί: «Δεν ξέρω. Ίσως να μοιράσουμε τις δουλειές.»
Γονέας: «Αυτό ακούγεται σαν μια καλή αρχή. Δοκίμασέ το και, αν πραγματικά δεν λειτουργήσει, το ξανασυζητάμε.»

Ο γονέας δεν αδιαφορεί για το πρόβλημα. Αντίθετα, παραμένει διαθέσιμος, αλλά δεν αφαιρεί από το παιδί την ευκαιρία να δοκιμάσει, να διαπραγματευτεί και να βρει μια λύση.

Το ίδιο μπορεί να συμβεί και με έναν βαθμό. Μία μαθήτρια μπορεί να επιστρέψει απογοητευμένη και να πει: «Διάβασα και μου έβαλε μόνο 13». Η πρώτη αντίδραση θα μπορούσε να είναι: «Θα πάρω τον καθηγητή να δω γιατί». Μια διαφορετική αντίδραση όμως θα ήταν: «Καταλαβαίνω ότι περίμενες περισσότερο. Είδες πού έκανες λάθη; Τι μπορείς να αλλάξεις την επόμενη φορά;». Με αυτόν τον τρόπο, η απογοήτευση δεν ακυρώνεται, αλλά μετατρέπεται σταδιακά σε ευκαιρία αναστοχασμού και βελτίωσης.

Αυτές οι μικρές δυσκολίες της καθημερινότητας βοηθούν το παιδί να αναπτύξει δεξιότητες που θα χρειαστεί πολύ πέρα από το σχολείο: να συνεργάζεται με διαφορετικούς ανθρώπους, να διαχειρίζεται τη ματαίωση, να λύνει προβλήματα, να διαφωνεί χωρίς να διακόπτει μια σχέση, να ζητά βοήθεια όταν τη χρειάζεται και να αναλαμβάνει σταδιακά μεγαλύτερη ευθύνη για τον εαυτό του.

Στο σχολείο προσπαθούμε να δημιουργούμε ένα ασφαλές πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν αυτές οι δεξιότητες. Ασφαλές σχολείο, όμως, δεν σημαίνει σχολείο χωρίς δυσκολίες, διαφωνίες ή απογοητεύσεις. Σημαίνει ένα περιβάλλον όπου το παιδί γνωρίζει ότι οι ενήλικες είναι παρόντες, ότι υπάρχουν όρια και κανόνες, ότι οι δυσκολίες μπορούν να συζητηθούν και ότι, όταν κάτι δεν πάει καλά, υπάρχει δυνατότητα διόρθωσης και νέας προσπάθειας.

Στην καθημερινή στάση μας απέναντι στα παιδιά μπορούν να βοηθήσουν μερικές απλές πρακτικές:

  • Ακούμε πριν παρέμβουμε. Δεν χρειάζεται κάθε δυσκολία να οδηγεί αμέσως σε τηλεφώνημα ή παρέμβαση.
  • Ρωτάμε πριν προτείνουμε λύση. Η ερώτηση «Εσύ τι σκέφτεσαι να κάνεις;» βοηθά το παιδί να ενεργοποιήσει τη δική του κρίση.
  • Διακρίνουμε τη δυσκολία από την αδικία. Δεν είναι κάθε δυσάρεστη εμπειρία λανθασμένη ή επιβλαβής.
  • Επιτρέπουμε στο παιδί να δοκιμάσει. Η αυτονομία χτίζεται μέσα από μικρές προσπάθειες και όχι μόνο μέσα από συμβουλές.
  • Παρεμβαίνουμε όταν πραγματικά χρειάζεται. Όταν υπάρχει επαναλαμβανόμενη δυσκολία, αδικία ή πρόβλημα που το παιδί δεν μπορεί να διαχειριστεί, η συνεργασία με το σχολείο είναι απαραίτητη.

Η συνεργασία οικογένειας και σχολείου είναι ιδιαίτερα σημαντική σε αυτή τη διαδικασία. Ο στόχος δεν είναι να αφήσουμε το παιδί μόνο του απέναντι στις δυσκολίες, ούτε όμως να λύνουμε κάθε πρόβλημα πριν προλάβει να προσπαθήσει. Σχολείο και οικογένεια μπορούν να λειτουργήσουν ως ένα κοινό υποστηρικτικό πλαίσιο: να ακούν, να καθοδηγούν, να παρεμβαίνουν όταν χρειάζεται και ταυτόχρονα να δίνουν στα παιδιά χώρο να αναπτύξουν σταδιακά τη δική τους αυτονομία.

Η σχολική επιτυχία δεν μετριέται μόνο με βαθμούς και γνώσεις. Φαίνεται και στον τρόπο με τον οποίο ένας νέος άνθρωπος μαθαίνει να ζει μαζί με άλλους, να αντιμετωπίζει δυσκολίες, να αναλαμβάνει ευθύνη και να συνεχίζει την προσπάθειά του όταν τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως θα ήθελε.

Ίσως, λοιπόν, με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς αξίζει να θυμόμαστε ότι το σχολείο δεν προετοιμάζει τα παιδιά μόνο για τις εξετάσεις. Τα προετοιμάζει και για τη ζωή μαζί με τους άλλους. Και σε αυτή τη διαδικασία, σχολείο και οικογένεια έχουν διαφορετικούς αλλά συμπληρωματικούς ρόλους.

Κείμενο από τον Διευθυντή του Σχολείου, Παναγιώτη Κ. Στασινάκη

Ίσως σας ενδιαφέρουν…

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ! (Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση)